Σύμφωνα με το 'Αρθρο 2 του Νόμου «κρατική ενίσχυση» σημαίνει «κάθε μέτρο το οποίο πληροί όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στο Άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (107 ΣΛΕΕ). .
Το Άρθρο107 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά «οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές».
Με απλά λόγια, μία ενίσχυση συνιστά κρατική ενίσχυση όταν πληροί σωρευτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:
(α) Μεταφορά Κρατικών Πόρων
Η ενίσχυση πρέπει να χορηγείται από πόρους του Δημοσίου (από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, τον Προϋπολογισμό των Δήμων ή Τοπικών Αρχών κλπ). Δεν είναι απαραίτητο να παρέχεται από το ίδιο το Κράτος αλλά μπορεί να παρέχεται από κάποια ιδιωτική ή δημόσια παρεμβαλλόμενη οντότητα η οποία έχει λάβει σχετική εντολή από το Κράτος (π.χ. όταν μία ιδιωτική τράπεζα αναλαμβάνει την ευθύνη της διαχείρισης ενός προγράμματος ενισχύσεων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που χρηματοδοτείται όμως από το Κράτος).
(β) Οικονομικό Όφελος:
Η ενίσχυση πρέπει να συνιστά οικονομικό όφελος στο δικαιούχο, δηλ. να ισοδυναμεί με οικονομικό πλεονέκτημα το οποίο η αποδέκτρια επιχείρηση δε θα είχε λάβει υπό κανονικές συνθήκες επιχειρηματικής δραστηριότητας (π.χ. δάνειο με ευνοϊκούς όρους, αγορά ή μίσθωση ακίνητης κρατικής ιδιοκτησίας σε τιμή κατώτερη της αγοραίας).
(γ) Επιλεκτικότητα:
Η ενίσχυση πρέπει να παρέχεται επιλεκτικά. Η «επιλεκτικότητα» είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί την κρατική ενίσχυση από τα λεγόμενα «μέτρα γενικού χαρακτήρα», δηλ. μέτρα που ισχύουν αυτόματα για όλες ανεξαίρετα τις επιχειρήσεις του Κράτους ανεξάρτητα τομέα δραστηριότητας (τέτοια είναι τα φορολογικά μέτρα που εφαρμόζονται στο σύνολο της επικράτειας ενός Κράτους για όλες τις επιχειρήσεις) π.χ. μία επιχορήγηση που δε δίδεται γενικά σε όλες ανεξαίρετα τις επιχειρήσεις αλλά περιορίζεται στον τομέα της μεταποιητικής εξαγωγικής βιομηχανίας είναι επιλεκτικό μέτρο.
(δ) Νόθευση ή απειλή νόθευσης του ανταγωνισμού σε βαθμό επηρεασμού των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η οικονομική ενίσχυση θα πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ της δικαιούχου επιχείρησης και των υπόλοιπων επιχειρήσεων. Αυτό προϋποθέτει κατ’ αρχήν την ύπαρξη μιας απελευθερωμένης αγοράς. Συνεπώς μία ενίσχυση προς επιχείρηση που δραστηριοποιείται σε μη απελευθερωμένη αγορά δε συνιστά κρατική ενίσχυση υπό τον όρο ότι η επιχείρηση αυτή δε δραστηριοποιείται παράλληλα και σε άλλες αγορές όπου υφίσταται ανταγωνισμός.
Η νόθευση του ανταγωνισμού θα πρέπει να είναι τέτοια έτσι ώστε να επηρεάζονται οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Η παραπάνω προϋπόθεση ικανοποιείται όταν η δραστηριότητα της δικαιούχου επιχείρησης είναι αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ κρατών-μελών της Ε.Ε. Για παράδειγμα, οι ενισχύσεις προς επιχειρήσεις παραγωγής εμπορεύσιμων βιομηχανικών προϊόντων αυτόματα επηρεάζουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, διότι βελτιώνουν την ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων αυτών στην εσωτερική αγορά της Ε.Ε.. Ωστόσο δεν είναι απαραίτητο η δικαιούχος επιχείρηση να εξάγει τα προϊόντα της για να θεωρηθεί ότι πληρούται το πιο πάνω κριτήριο. Ακόμα και στην περίπτωση που η επιχείρηση διαθέτει τα προϊόντα της αποκλειστικά στην εγχώρια αγορά, η ενίσχυση επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο εφόσον διατηρεί ή και αυξάνει την εγχώρια παραγωγή εμποδίζοντας τις εισαγωγές προϊόντων από το εξωτερικό.
According to Article 2 of the Law, “State aid” means “any measure which fulfils all the criteria laid down in Article 107(1) of the Treaty on the Functioning of the European Union (107 TFEU). .
Article 107 TFEU states that “aid granted by a Member State or through State resources in any form whatsoever which distorts or threatens to distort competition by favouring certain undertakings or the production of certain goods, in so far as it affects trade between Member States, is incompatible with the common market”.
In simple terms, aid constitutes State aid when it meets the following cumulative conditions:
(a) Transfer of State Resources
The aid must be granted from State resources (from the State Budget, the Budget of Municipalities or Local Authorities, etc.). It does not have to be provided by the State itself but can be provided by a private or public intervening entity which has received a relevant mandate from the State (e.g. when a private bank assumes responsibility for the management of an aid scheme for small and medium-sized enterprises, which is however financed by the State).
(b) Economic Benefit:
The aid must constitute an economic benefit to the beneficiary, i.e. it must be equivalent to an economic advantage which the recipient undertaking would not have obtained under normal business conditions (e.g. a loan on favourable terms, purchase or lease of immovable State property at a price below market value).
(c) Selectivity:
The aid must be granted selectively. “Selectivity” is the element which differentiates State aid from so-called “general measures”, i.e. measures that apply automatically to all undertakings of the State without exception, regardless of their sector of activity (such are tax measures that are applied throughout the territory of a State to all undertakings) e.g. a subsidy that is not generally granted to all undertakings without exception but is limited to the sector of the manufacturing export industry is a selective measure.
(d) Distortion or threat of distortion of competition to the extent of affecting trade between Member States of the European Union.
The financial aid must distort or threaten to distort competition between the beneficiary undertaking and other undertakings. This presupposes in principle the existence of a liberalised market. Consequently, aid to an undertaking operating in a non-liberalised market does not constitute State aid provided that this undertaking is not also operating in other markets where competition exists.
The distortion of competition must be such as to affect intra-Community trade. The above condition is met when the activity of the beneficiary undertaking is the subject of trade between EU Member States. For example, aid to undertakings producing tradable industrial products automatically affects intra-Community trade, because it improves the competitive position of these undertakings in the EU internal market. However, it is not necessary for the beneficiary undertaking to export its products in order to be considered to meet the above criterion. Even in the case where the undertaking sells its products exclusively on the domestic market, the aid affects intra-Community trade if it maintains or increases domestic production by preventing imports of products from abroad.